Κώστας Κουλεντιανός (1918-1995)

Γεννήθηκε το 1918 στην Αθήνα. Σπούδασε Γλυπτική στην Α.Σ.Κ.Τ. την περίοδο 1936-1939 με τους Θωμά Θωμόπουλο, Κώστα Δημητριάδη και Μιχάλη Τόμπρο. Το 1945, με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης, πήγε στο Παρίσι για τη συνέχιση των σπουδών του. Το 1946 ξεκίνησε να παρακολουθεί μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά μετά από μικρό χρονικό διάστημα την εγκατέλειψε για να γίνει μαθητής του Όσιπ Ζάντκιν στην Ακαδημία Γκραντ Σωμιέρ. Το 1947 η γνωριμία του με το γλύπτη Ανρί Λωράνς υπήρξε καθοριστική, καθώς δούλεψε μαζί του, ως το θάνατο του τελευταίου το 1954. Το 1961 ο συγγραφέας Roger Vaillant τον βοήθησε να αποκτήσει ατελιέ στο Meillonas Ain, το οποίο του επέτρεψε να φιλοτεχνήσει γλυπτά μεγάλων διαστάσεων. Το ίδιο διάστημα η γνωριμία του με τον αρχιτέκτονα Πιέρ Ντος του κέντρισε το ενδιαφέρον για την ενσωμάτωση της γλυπτικής στην αρχιτεκτονική. Η εκθεσιακή του δραστηριότητα είναι πλούσια τόσο σε ατομικές όσο και ομαδικές εκθέσεις. Η πρώτη του ατομική έκθεση έγινε στην Καζαμπλάνκα το 1952 και ακολούθησαν παρουσιάσεις στην Αθήνα, το Λονδίνο, το Παρίσι και άλλες πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής. Μετά το θάνατό του (1997), οργανώθηκε αναδρομική έκθεση του έργου του, στο Παρίσι, στο Couvent des Cordeliers. Το σίδερο και γενικά τα μέταλλα τον κερδίζουν από το 1952, ενώ η πορεία του από την οργανική στη γεωμετρική αφαίρεση είναι σταθερή και κορυφώνεται στις αρχές της δεκαετίας του ΄60. Τα έργα αυτής της περιόδου φέρουν γεωμετρικές φόρμες, που επιβάλλονται δυναμικά στο χώρο και δίνουν την αίσθηση της κίνησης. Τη δεκαετία του 1970 τα "βιδωτά" γλυπτά αποτελούν το σήμα κατατεθέν του. Καμπύλες ή επίπεδες επιφάνειες από σίδερο, ενώνονται με βιδωτές λάμες σιδήρου και οδηγούν σε συνθέσεις με δυναμικές, καθαρές φόρμες, που συνομιλούν με το χώρο και το φως. Απεβίωσε στην πόλη Άρλ, Γαλλία, το 1995.

Costas Coulentianos (1918-1995)

He was born in 1918 in Athens. He studied Sculpture at the Athens School of Fine Arts in 1936-1939 under the professors Thomas Thomopoulos, Kostas Dimitriadis and Michalis Tombros. In 1945, on a French government scholarship he went to Paris to continue his studies. In 1946, he attended courses at the Ecole des Beaux Arts but shortly left, in order to become Ossip Zadkine's student at the Academie de la Grande Chaumiere. His acquaintance with the sculptor Henri Laurens in 1947 was of decisive importance, as Coulentianos collaborated with him until the latter's death, in 1954. In 1961, the writer Roger Vaillant helped him to obtain a workshop at Meillonas Ain, enabling him to create large-scale sculptures. During the same period, his acquaintance with the architect Pierre Dosse stirred his interest in the incorporation of 

sculpture in architecture. He was very active regarding presentation of his work in both solo and group exhibitions. His first solo exhibition took place in Casablanca (1952), followed by solo exhibitions in Athens, London, Paris and other European and American cities. Following his death, in 1997, a retrospective exhibition of his work took place at the Couvent des Cordeliers, Paris. In 1952, iron, and metals in general, won him over; his shift from organic towards geometric abstraction was constant, climaxing in the early 1960's. His production of this period is characterized by geometric forms, which establish themselves dynamically in space and create an effect of motion. In the 1970s, his ''screw'' sculptures became his trademark. Curved or flat surfaces of iron are joined by screwed iron blades, resulting in compositions with clear, dynamic forms conversing with space and light. He died in the city of Arles, France in 1995.